Η σύγχυση εξαιτίας
των διαφορετικών κατηγοριοποιήσεων της εκπαιδευτικής έρευνας
Οι σημειώσεις αυτές έχουν ως στόχο να βοηθήσουν
τον φοιτητή, προπτυχιακό ή μεταπτυχιακό να κατανοήσει τον τρόπο που θα πρέπει
να σκεφθεί και να δράσει με σκοπό να εκπονήσει την έρευνα του. Σε καμία
περίπτωση οι σημειώσεις αυτές δεν υποκαθιστούν την συστηματική μελέτη βιβλίων
σχετικά με το θέμα ή την παρακολούθηση συναφών μαθημάτων και σεμιναρίων ή
κυρίως την συμβουλευτική των επιβλεπόντων καθηγητών για τους μεταπτυχιακούς
φοιτητές. Μπορούν όμως να λειτουργήσουν συμπληρωματικά σε όλα τα παραπάνω.
Ένα
από τα πρώτα στοιχεία που με τα οποία καλείται να εξοικειωθεί ο φοιτητής που
εισέρχεται στο χώρο της εκπαιδευτικής έρευνας αφορά στις διαφορετικές
κατηγοριοποιήσεις της. Ποιοτική έρευνα, ποσοτική έρευνα, μικτή έρευνα,
θεωρητική έρευνα, εμπειρική έρευνα, μελέτη περίπτωσης, συναφειακή έρευνα και
πολλούς άλλους τύπους έρευνας συναντά στην μελέτη του ο αρχάριος φοιτητής. Παρότι
ενδεχομένως να αντιλαμβάνεται διαισθητικά σε τι αναφέρονται όλες αυτές οι
κατηγορίες δεν γνωρίζει επαρκώς πως σχετίζονται μεταξύ τους αυτοί οι τύποι έρευνας.
Το
πρώτο που θα πρέπει να γίνει κατανοητό είναι ότι όλοι αυτοί οι τύποι έρευνας
είναι στην ουσία κατηγοριοποιήσεις στην βάση ενός κριτηρίου. Ένα από τα
βασικότερα κριτήρια αφορά τις φιλοσοφικές παραδοχές στη βάση των οποίων
διεξάγεται η έρευνα. Αν για παράδειγμα ο ερευνητής θεωρεί ότι η πραγματικότητα
υπάρχει ανεξαρτήτως από αυτόν που την παρατηρεί και ότι μπορεί να παρατηρηθεί
με τρόπο αντικειμενικό τότε είναι πολύ πιθανό να διεξάγει έρευνα ποσοτικού
τύπου. Δηλαδή να παρατηρεί, να μετρά και να δημιουργεί δεδομένα με τέτοια μορφή
ώστε να επιδέχονται στατιστικής ανάλυσης. Αν από την άλλη, ο ερευνητής θεωρεί
ότι ως άνθρωποι προσλαμβάνουμε την πραγματικότητα με τρόπο που επηρεάζεται όχι
μόνο από τις αισθήσεις μας αλλά και από τον τρόπο που την προσεγγίζουμε και ότι
εν τέλει δεν μπορούμε να την αναληφθούμε με τρόπο αντικειμενικό ούτε να την
εξηγήσουμε αλλά μόνο να την κατανοήσουμε τότε είναι πολύ πιθανό να διεξάγει έρευνα
ποιοτικού τύπου. Δηλαδή προσπαθεί να κατανοήσει και να ερμηνεύσει φαινόμενα και
συμπεριφορές χωρίς όμως στατιστικές αναλύσεις.
Ένα
άλλο κριτήριο αφορά το αν η έρευνά έχει άμεσες εφαρμογές ή όχι. Αν έχει άμεσες
εφαρμογές σε επίπεδο πρακτικής τότε κατηγοριοποιείται ως εφαρμοσμένη ενώ αν δεν
συμβάλλει κατηγοριοποιείται ως βασική. Ένα άλλο κριτήριο αφορά αν μια έρευνα
για την συλλογή των δεδομένων της στηρίζεται σε μια διερεύνηση της
πραγματικότητας όπως αυτή την προσλαμβάνουν οι άνθρωποι η όχι αν τα δεδομένα
της προέρχονται από θεωρητική ανάλυση. Αν στηρίζεται σε εμπειρική διερεύνηση
τότε κατηγοριοποιείται ως εμπειρική ενώ αν προέρχονται από θεωρητική ανάλυση
κατηγοριοποιείται ως θεωρητική. Ένα άλλο κριτήριο αφορά τον τρόπο σχεδιασμού
της έρευνας. Και επειδή οι σχεδιασμοί είναι πολλοί και οι τύποι αυτής της
κατηγοριοποίησης είναι πολλοί. Για παράδειγμα αν ο σχεδιασμός εμπεριέχει
πείραμα κατηγοριοποιείται ως πειραματική, αν ο σχεδιασμός εμπεριέχει την
διερεύνηση της σχέσης δύο μεταβλητών ενός φαινομένου (π.χ. η σχέση της
παρακολούθησης σκηνών βίας στην τηλεόραση και της εκδήλωσης ακραίων
συμπεριφορών) ως συναφειακή. Αν ο σχεδιασμός εμπεριέχει την διερεύνηση του
τρόπου που διαφορετικοί άνθρωποι βιώνουν την πραγματικότητα κατηγοριοποιείται
ως Narrative. Αν ο σχεδιασμός εμπεριέχει την αναλυτική
διερεύνηση μιας περίπτωσης κατηγοριοποιείται ως μελέτη περίπτωσης. Ένα άλλο
κριτήριο αφορά το γνωστικό αντικείμενο στο οποίο εντάσσεται ή έρευνα. Με βάση
αυτό το κριτήριο μια έρευνα μπορεί να είναι ιστορική, φιλοσοφική,
κοινωνιολογική, κ.α. Τα κριτήρια δεν τελειώνουν εδώ και δεν χρειάζεται μια
εξαντλητική ανάλυση τους. Άλλωστε σε διαφορετικά βιβλία εισαγωγής στην
εκπαιδευτική έρευνα προβάλλονται και συζητούνται πολλά τέτοια εναλλακτικά
κριτήρια ανάλογα με τις προτιμήσεις των συγγραφέων. Εκείνο που έχει σημασία και
που θα πρέπει να γίνει κατανοητό είναι ότι, πολλές φορές μια έρευνα μπορεί να
κατηγοριοποιηθεί με βάση περισσότερα του ενός κριτήρια. Για παράδειγμα μια
έρευνα μπορεί να αφορά την αναλυτική διερεύνηση μιας περίπτωσης, να είναι
δηλαδή μια μελέτη περίπτωσης και επειδή συλλέγει και αναλύει τα δεδομένα του με
στατιστική είναι ταυτόχρονα και μια ποσοτικού τύπου έρευνα. Και εδώ χρειάζεται
μια προσοχή. Το γεγονός ότι οι περισσότερες μελέτες περίπτωσης δεν στηρίζονται
σε στατιστικές αναλύσεις και σε εργαλεία συλλογής δεδομένων ποσοτικού τύπου δεν
σημαίνει ότι δεν μπορούν να υπάρχουν ή δεν υπάρχουν τέτοιες έρευνες. Τέλος θα
πρέπει να γίνει κατανοητό ότι στις μέρες μας, υπάρχει η τάση για λόγους
εγκυρότητας της έρευνας να χρησιμοποιούνται και ποσοτικού τύπου και ποιοτικού
τύπου αναλύσεις. Η παραλλαγή του ερωτήματος της εγκυρότητας είναι εδώ «τι
εγγυήσεις παρέχεις ότι αν κάποιος άλλος ερευνητής επαναλάβει την έρευνά σου θα
βρει τα ίδια αποτελέσματα». Η απάντηση συνίσταται στο ότι μία από τις εγγυήσεις
είναι ότι τα αποτελέσματα τα στηρίζω σε ποσοτικού τύπου και σε ποιοτικού τύπου
αναλύσεις των δεδομένων μου. Τελικά δεν έχει ιδιαίτερη σημασία να προσπαθεί
κάποιος να κατατάξει μια έρευνα σε κάποια τυπολογία. Αντίθετα έχει σημασία να
αναρωτηθεί σχετικά με το είδος και την φύση του ερευνητικού ερωτήματος, τη
στρατηγική που ακολουθήθηκε, τις μεθόδους συλλογής, κωδικοποίησης και ανάλυσης
που χρησιμοποιήθηκαν και το βάθος της συζήτησης των αποτελεσμάτων.
Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2014
Η προσπάθεια εντοπισμού ερευνητικού προβλήματος
Οι σημειώσεις αυτές έχουν ως στόχο να
βοηθήσουν τον φοιτητή, προπτυχιακό ή μεταπτυχιακό να κατανοήσει τον τρόπο που
θα πρέπει να σκεφθεί και να δράσει με σκοπό να εκπονήσει την έρευνα του. Σε
καμία περίπτωση οι σημειώσεις αυτές δεν υποκαθιστούν την συστηματική μελέτη
βιβλίων σχετικά με το θέμα ή την παρακολούθηση συναφών μαθημάτων και σεμιναρίων
ή κυρίως την συμβουλευτική των επιβλεπόντων καθηγητών για τους μεταπτυχιακούς
φοιτητές. Μπορούν όμως να λειτουργήσουν συμπληρωματικά σε όλα τα παραπάνω.
Κατά
την γνώμη μου ένα από τα πλέον δύσκολα στάδια της εκπόνησης μιας μεταπτυχιακής
διατριβής αφορά στον εντοπισμό ενός ερευνητικού προβλήματος. Οι
νέο-εισερχόμενοι στο χώρο της έρευνας, μεταπτυχιακοί φοιτητές/τριες, ακόμη και
αν έχουν παρακολουθήσει σεμινάρια ή μαθήματα σχετικά με τις μεθόδους της
επιστημονικής έρευνας, δεν έχουν πρακτική εμπειρία. Το στάδιο του εντοπισμού
ενός ερευνητικού προβλήματος απαιτεί δυστυχώς από τον αρχάριο ερευνητή,
εμπειρία. Παρόλα αυτά τα κακά νέα έχουν τελειώσει εδώ. Τα καλά νέα είναι ότι η
απόκτηση δεξιοτήτων στην επιστημονική έρευνα είναι παρόμοια με την μάθηση
ποδηλάτου. Δεν μπορεί κάποιος να μάθει ποδήλατο παρά μόνο κάνοντας ποδήλατο. Συνεπώς
μέσα από τον σχεδιασμό και την πραγματοποίηση μιας έρευνας ο νέος ερευνητής θα
αποκτήσει τις απαραίτητες δεξιότητες. Και θα τις αποκτήσει όπως ο νεαρός
ποδηλάτης μαθαίνει ισορροπία.
Δοκιμάζοντας,
αποτυγχάνοντας και ξανά από την αρχή..
Υπάρχουν
όμως τέσσερα μυστικά που θα του δώσουν την δυνατότητα να περιορίσει τον αριθμό
των αποτυχημένων προσπαθειών. Ας τα δούμε.
Μυστικό 1ο. Δεν χρειάζεται να
βλέπεις το δάσος, δεν χρειάζεται να βλέπεις το δένδρο, αρκεί να βλέπεις το
μικρό φυλλαράκι.
Συνήθως
οι φοιτητές ξεκινούν με μεγαλόπνοα σχέδια που αφορούν την λύση ενός μεγάλου
προβλήματος στο χώρο της επιστήμης τους. Τα μεγάλα προβλήματα όμως μπορεί να
σημαίνουν δύο πράγματα. Καταρχήν τα μεγάλα προβλήματα είναι συνήθως φαινόμενα που
επηρεάζονται από πολλούς παράγοντες και απαιτούν πολλές επιμέρους έρευνες για
να λυθούν. Δεύτερον τα μεγάλα προβλήματα κάποιες φορές είναι πολύ δύσκολα για
να λυθούν, αλλιώς δεν θα ήταν μεγάλα. Αν ο νεαρός συνειδητοποιήσει ότι το
μεγάλο πρόβλημα είναι πολυπαραγοντικό και περιορίσει την έρευνά του σε ένα ή
λίγους παράγοντες τότε βρίσκεται στον σωστό δρόμο. Αν ο αρχάριος ερευνητής
συνειδητοποιήσει ότι το μεγάλο πρόβλημα που έχει εντοπίσει είναι δυσεπίλυτο και
το εγκαταλείψει τότε μάλλον έχει πράξει
ορθώς. Άλλωστε δεν είναι ούτε ο πρώτος και πιθανώς ούτε ο τελευταίος που θα
το κάνει.
Μυστικό 2ο. Ερευνητικό πρόβλημα
δεν είναι αυτό που ενδιαφέρει εσένα αλλά αυτό που η επιστημονική κοινότητα
δέχεται ως τέτοιο.
Συνήθως
οι φοιτητές βρίσκουν ένα πρόβλημα που τους ενδιαφέρει και θεωρούν ότι μπορούν
να το διερευνήσουν στο πλαίσιο της μεταπτυχιακής τους διατριβής. Δυστυχώς όμως
όλα τα προβλήματα που επιδέχονται διερεύνησης δεν συνιστούν ταυτόχρονα και
ερευνητικά προβλήματα στο πλαίσιο της επιστήμης. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι
ένα επιστημονικό ερευνητικό πρόβλημα είναι
τέτοιο για συγκεκριμένους λόγους. Οι λόγοι είναι συνήθως οι εξής. Ένα
ερευνητικό πρόβλημα είναι επιστημονικό γιατί έχει προκύψει μέσα από την
διερεύνηση ενός άλλου επιστημονικού ερευνητικού προβλήματος. Τέτοια ερευνητικά
προβλήματα εντοπίζονται στις προτάσεις για περαιτέρω έρευνα που έχουν οι
μεταπτυχιακές διατριβές, οι διδακτορικές διατριβές αλλά και τα καλά ερευνητικά
άρθρα. Ένα ερευνητικό πρόβλημα είναι επιστημονικό γιατί συμβάλλει στην
θεωρητική εξήγηση ή ερμηνεία ενός φαινομένου. Τέτοια ερευνητικά προβλήματα
είναι αυτά που (στις ποσοτικού τύπου έρευνες) διερευνούν αν επαληθεύονται ή
διαψεύδονται συγκεκριμένα θεωρητικά μοντέλα, ή αυτά που (στις ποιοτικού τύπου
έρευνες) συμβάλλουν με σαφήνεια στην ανάπτυξη τέτοιων θεωρητικών μοντέλων. Σε
τελική ανάλυση ένας αρχάριος ερευνητής θα πρέπει να θέτει το εξής ερώτημα στον
εαυτό του. Η λύση του συγκεκριμένου ερευνητικού προβλήματος σε τι και πως
βοηθάει ή προάγει το γνωστικό αντικείμενο στο οποίο εντάσσεται.
Μυστικό 3ο.
Καλό ερευνητικό πρόβλημα είναι αυτό που μπορείς να λύσεις.
Ίσως
αυτό το μυστικό να μοιάζει λίγο Μακιαβελικό αλλά είναι δεν είναι. Οι
δυνατότητες, σε ότι αφορά τον χρόνο, τα μέσα, ή τις προϋποθέσεις για την
ολοκλήρωση μιας ερευνητικής διαδικασίας είναι βασικά στοιχεία για την απόφαση ή
μη πραγματοποίησής της. Μπορεί με άλλα λόγια ένας αρχάριος ερευνητής να έχει
εντοπίσει ένα επιστημονικό ερευνητικό πρόβλημα που όμως η διερεύνησή του να
απαιτεί μακροχρόνια έρευνα, ή να απαιτεί εργαλεία μέτρησης στα οποία δεν έχει
πρόσβαση ή να απαιτεί άδεια που δεν διαθέτει. Τέτοιοι παράγοντες θα πρέπει να
συνυπολογιστούν για την τελική απόφαση για την επιλογή του ερευνητικού
προβλήματος.
Μυστικό 3ο.
Πάτα στην πλάτη γιγάντων και θα βρεθείς ψηλά.
Ίσως το σημαντικότερο μυστικό αφορά μια οδηγία σχετικά
με το δέον γενέσθαι. Υπάρχουν πολύ
καλές διατριβές (μεταπτυχιακές και διδακτορικές) και έρευνες που προτείνουν
περαιτέρω έρευνα είτε επανάληψης είτε εξέλιξης. Επιλέξτε τις. Τι όμως εννοούμε
ως έρευνα επανάληψης ή εξέλιξης και με ποια κριτήρια αποτιμούμε ότι μια
διατριβή ή έρευνα ως καλή. Ας αρχίσουμε με το πρώτο ερώτημα. Στην επιστήμη και
ειδικότερα στις κοινωνικές επιστήμες η διερεύνηση της πραγματικότητας ενέχει
μεγάλο βαθμό αβεβαιότητας και πολλαπλές παραδοχές. Με απλά λόγια, το ότι ένας
ερευνητής μέσα από μια έρευνα βρήκε κάτι, δεν σημαίνει ότι είμαστε σίγουροι για
αυτά τα αποτελέσματα. Πρέπει να επαναληφθεί η έρευνα με άλλες μεθόδους, άλλο
πληθυσμό, διαφορετικό κοινωνικό περίγυρο κ.α., για να είμαστε μπορούμε να
ισχυριστούμε με κάποια σιγουριά ότι έτσι έχουν τα πράγματα. Συνεπώς η επανάληψη
μιας σημαντικής έρευνας σε άλλο πληθυσμό, με άλλα μέσα συλλογής και ανάλυσης
δεδομένων είναι ένα συνηθισμένο φαινόμενο στο χώρο της κοινωνικής έρευνας. Η
έρευνα εξέλιξης από την άλλη, αφορά τα νέα ερευνητικά προβλήματα που προκύπτουν
ως αποτέλεσμα της λύσης ενός ερευνητικού προβλήματος και που αναλύονται
διεξοδικά σε καλές έρευνες. Τέλος τα σημαντικότερα κριτήρια που χρησιμοποιούμε
για να αποτιμήσουμε αν μια έρευνα ή διατριβή είναι καλή είναι πολλά και καλό
είναι να συζητηθούν με τον επιβλέποντα καθηγητή. Σίγουρα όμως εμπιστευόμαστε έρευνες
ή διατριβές που έχουν καταχωρηθεί σε επιστημονικές βάσεις δεδομένων (π.χ. ERIC, PubMed, κ.ά),
και όχι σε οτιδήποτε βρίσκουμε στο διαδίκτυο, σε έρευνες ή διατριβές που
εμφανίζουν ετερο-αναφορές και σε έρευνες ή διατριβές που έχουν συμπεριλάβει
άλλοι ερευνητές σε άρθρα ανασκόπησης της βιβλιογραφίας. Τέλος καλό θα ήταν να
διαβάσουμε αρκετές τέτοιες προτάσεις πριν αποφασίσουμε τελικά. Ολοκληρώνοντας τις σκέψεις μας ας δούμε και αυτό το βίντεο!
Η έρευνα ως
καθημερινή και ως επιστημονική διαδικασία
Οι σημειώσεις αυτές έχουν ως στόχο να
βοηθήσουν τον φοιτητή, προπτυχιακό ή μεταπτυχιακό να κατανοήσει τον τρόπο που
θα πρέπει να σκεφθεί και να δράσει με σκοπό να εκπονήσει την έρευνα του. Σε
καμία περίπτωση οι σημειώσεις αυτές δεν υποκαθιστούν την συστηματική μελέτη
βιβλίων σχετικά με το θέμα ή την παρακολούθηση συναφών μαθημάτων και σεμιναρίων
ή κυρίως την συμβουλευτική των επιβλεπόντων καθηγητών για τους μεταπτυχιακούς
φοιτητές. Μπορούν όμως να λειτουργήσουν συμπληρωματικά σε όλα τα παραπάνω.
Στην
ζωή μας διενεργούμε μικρής εμβέλειας έρευνες
σχεδόν καθημερινά. Και αυτό γιατί αντιμετωπίζουμε διαφόρων ειδών προβλήματα που πρέπει να τα λύσουμε. Για
παράδειγμα ψωνίζουμε τα τρόφιμά μας, αφού ψάξουμε
ή συγκρίνουμε ή εκτιμήσουμε την τιμή τους, ή την ποιότητά τους. Οι διαδικασίες της
ανεύρεσης, της σύγκρισης ή της εκτίμησης αποτελούν στην ουσία διαφόρων ειδών
ερευνητικές διαδικασίες. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η αντιμετώπιση
προβλημάτων και η διερεύνησή τους με στόχο την λύση τους είναι στοιχεία που μας
συντροφεύουν ακόμη και όταν δεν το καταλαβαίνουμε. Σκεφθείτε την περίπτωση που
το πρόβλημα είναι να θυμηθείτε το
που αφήσατε τα κλειδιά του αυτοκινήτου σας. Το πρόβλημα της ανάκλησης της
συγκεκριμένης πληροφορίας αναλαμβάνει το διερευνήσει και λύσει ο εγκέφαλός σας
με έναν ειδικό τρόπο και χωρίς την διαμεσολάβηση της συνείδησης σας.
Η επιστημονική
έρευνα από την άλλη μεριά ασχολείται και αυτή με την επίλυση κάποιου ή
κάποιων προβλημάτων όπως ακριβώς και
η έρευνα στην καθημερινή μας ζωή. Επίσης
και οι δύο μορφές έρευνας προσπαθούν με
συγκεκριμένους τρόπους να διερευνήσουν
και τελικά να λύσουν το ή τα προβλήματα. Παρόλα αυτά υπάρχουν πολλά στοιχεία
διαφοροποίησης μεταξύ της επιστημονικής έρευνας
απότην έρευνα στην καθημερινή μας ζωή. Θα μπορούσαμε να συμπεριλάβουμε
όλα αυτά τα στοιχεία κάτω από τον τίτλο «προσπάθεια διασφάλισης της εγκυρότητας».
Ας δούμε αυτήν την προσπάθεια πιο αναλυτικά μέσα από ένα παράδειγμα.
Ας υποθέσουμε ότι ένας δάσκαλος που διδάσκει
σε μία από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού, επιθυμεί να διερευνήσει αν «η
βοήθεια που παρέχουν οι γονείς στα παιδιά τους, διαβάζοντάς τα, έχει θετικά
αποτελέσματα στην σχολική επίδοση των μικρών του μαθητών/τριων». Θα μπορούσε
για αυτό το λόγο να ρωτήσει τα παιδιά αν οι γονείς τους τα βοηθούν στην μελέτη
και με βάση την απάντησή τους να κατατάξει τους μαθητές σε δύο ομάδες. Μία που
να απαρτίζεται από μαθητές/τριες που τους παρέχεται βοήθεια και μία από
μαθητές/τριες που δεν τους παρέχεται. Στην συνέχεια συγκρίνει τον μέσο όρο της
βαθμολογίας των δύο ομάδων και βγάζει ένα συμπέρασμα.
Όλη η παραπάνω διαδικασία έχει λογική βάση
και θα μπορούσε κάποιος να την χαρακτηρίσει επιστημονική. Στην ουσία όμως είναι
επιστημονικοφανής και στηρίζεται στον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιούμε κάθε έρευνα στην καθημερινή μας ζωή. Η έρευνα
στην καθημερινή μας ζωή, τις περισσότερες φορές είναι λογική. Δηλαδή
στηρίζεται στους κανόνες της λογικής ή με άλλα λόγια οι συλλογισμοί πάνω στους
οποίους στηρίζεται έχουν μια ενδοσυνέπειαπου την ονομάζουμε λογικήεγκυρότητα. Από την άλλη μεριάδεν προσπαθεί να εξασφαλίσει εγκυρότητα για όλη την ερευνητική
διαδικασία. Η εγκυρότητα για την
οποία μιλάμε αφορά με πολύ απλά λόγια την απάντηση στο ερώτημα «τι εγγυήσεις
παρέχεις ότι αυτό που λες είναι αυτό που λες;». Αυτό το ερώτημα τίθεται συνεχώς,
απλώς διαφοροποιείται συνεχώς το «αυτό που λες». Ας δούμε λοιπόν διάφορες
παραλλαγές του ερωτήματος της εγκυρότητας στο παράδειγμα μας.
Τι εγγυήσεις
παρέχεις ότι αυτό που ορίζεις ως βοήθεια είναι πράγματι βοήθεια;
Τι εγγυήσεις
παρέχεις ότι αυτό που ορίζεις ως σχολική επίδοση είναι πράγματι επίδοση;
Τι εγγυήσεις
παρέχεις ότι αυτό που μετράς ή καταγράφεις ως σχολική επίδοση είναι
πραγματική μέτρηση ή καταγραφή της σχολικής επίδοσης;
Τι εγγυήσεις
παρέχεις ότι αυτή πράγματι η βοήθεια σχετίζεται με την απόδοση;
Τι εγγυήσεις
παρέχεις ότι αυτό που θεωρείς ως σημαντικό προς διερεύνηση είναι πράγματι
σημαντικό προς διερεύνηση;
Τι εγγυήσεις
παρέχεις ότι αν κάποιος άλλος ερευνητής επαναλάβει την έρευνά σου θα βρει
τα ίδια αποτελέσματα;
Τι εγγυήσεις
παρέχεις ότι τα συμπεράσματά σου μπορούν να γενικευτούν;
κ.α
Για
να απαντήσει κάποιος που διερευνά με επιστημονικό τρόπο το ζήτημα της γονικής
βοήθειας στην πρώτη παραλλαγή του ερωτήματος της εγκυρότητας, θα ψάξει στην
βιβλιογραφία ορισμούς και θεωρίες για αυτήν. Θα αναλύσει και θα συζητήσει με
κριτικό τρόπο όσα βρει και εν τέλει θα παρουσιάσει και θα επιχειρηματολογήσει
σχετικά με τον ορισμό που θα χρησιμοποιήσει. Για να απαντήσει ο ίδιος ερευνητής
στη τρίτη παραλλαγή του ερωτήματος της εγκυρότητας θα κάνει πολλά περισσότερα
πράγματα. Θα ψάξει στην βιβλιογραφία για εναλλακτικούς τρόπους
αποτίμησης/μέτρησης της σχολικής επίδοσης, θα τους αναλύσει και θα τους ασκήσει
κριτική για να μπορέσει να καταλήξει σε έναν από αυτούς ή να αναπτύξει ένα δικό
του. Έτσι για παράδειγμα θα μπορούσε να επιλέξει ως δείκτη της σχολικής
επίδοσης των μαθητών τις απαντήσεις τους σε μια σειρά από τεστ γνώσεων. Η
απάντησή του όμως δεν ολοκληρώνεται εδώ. Θα πρέπει να δώσει πειστικές εγγυήσεις
για το ότι: α) το εργαλείο που επέλεξε μετράει πράγματι την σχολική επίδοση, β)
μετράει σταθερά την σχολική επίδοση, β) μετράει όλο το εύρος και τις διαστάσεις
της σχολικής επίδοσης κ.α. Με άλλα λόγια θα πρέπει να απαντήσει σε ακόμη πιο
εξειδικευμένες παραλλαγές του ερωτήματος «τι εγγυήσεις παρέχεις ότι αυτό που
μετράς ή καταγράφεις ως σχολική επίδοση είναι πραγματική μέτρηση ή καταγραφή
της σχολικής επίδοσης;».
Στην ουσία το ζήτημα της εγκυρότητας της έρευνας διαπερνά οριζόντια την επιστημονική έρευνα.
Ακόμη και οι παραπομπές σε ένα επιστημονικό κείμενο απαντούν στο ερώτημα «τι
εγγυήσεις παρέχεις ότι αυτό που λες είναι αυτό που λες;» όπου το «αυτό» είναι είτε
πληροφορία είτε ένας ορισμός που έχει δώσει κάποιος είτε ένας συλλογισμός. Με
άλλα λόγια η εγκυρότητα εδώ πιστοποιείται με την σαφή επίκληση των λόγων κάποιου άλλου που θεωρείται έγκυρη
πηγή (μιας και η σκέψη του έγινε αποδεκτή στην επιστημονική κοινότητα και έχει
δημοσιευτεί). Πως θα εξασφάλιζε λοιπόν την εγκυρότητα της έρευνάς του ο δάσκαλος;
Συμπερασματικά και οι δύο μορφές της έρευνας
στηρίζονται στην λογική (λίγο ως πολύ)
αλλά η επιστημονικήέρευνα προσπαθεί να δώσει έγκυρα
συμπεράσματα τα οποία δεν στηρίζονται μόνο στην λογική ενδοσυνέπεια.